| |
|
|
|
|
|
|
Το κόστος μιας εξωσωματικής
γονιμοποίησης
Είναι
αλήθεια ότι ένας κύκλος εξωσωματικής
γονιμοποίησης είναι δαπανηρός και είναι
δύσκολο να καθορίσει κανείς το ακριβές
κόστος. Κατά προσέγγιση το κόστος για
την εξωσωματική γονιμοποίηση μπορεί
να φτάσει τα 2.500 ευρώ.
Τα φάρμακα δεν
συμπεριλαμβάνονται σε αυτό το κόστος.
Πρέπει να γνωρίζετε ότι το κόστος των
φαρμάκων είναι ανάλογο με την ανταπόκριση
που θα έχει η γυναίκα στην διάρκεια της
διέγερσης καθώς και στο τι πρωτόκολλο
θα ακολουθήσει.
Οι εξετάσεις που
υποχρεωτικά γίνονται είναι σπερμοδιάγραμμα
(το οποίο γίνεται μόνο μια φορά), μέτρηση
οιστραδιόλης και τα υπερηχογραφήμματα,
οι οποίες μπορεί να συμπεριλαμβάνονται
στην αρχική τιμή.
Επίσης το κόστος της
προσπάθειας θα ανέβει αν χρειαστεί να
γίνει ICSI και κατάψυξη εμβρύων.
Τα κρατικά ταμεία
ασφάλισης καλύπτουν ένα μικρό ποσό για
κάθε προσπάθεια εξωσωματικής
γονιμοποίησης. Η αποζημίωση για κάθε
προσπάθεια μετά την ολοκλήρωσή της
ποικίλει από ταμείο σε ταμείο σε ένα
εύρος από 350 εώς 500€. Για την είσπραξή
της απαιτείται βεβαίωση πραγματοποίησης
της προσπάθειας από το εκάστοτε κέντρο
εξωσωματικής γονιμοποίησης.
Μπορούν όμως να καλύψουν
ένα μεγάλο μέρος του κόστους των φαρμάκων
(από 75%-100%) αφού προσκομίσετε τα ανάλογα
δικαιολογητικά που θα σας ζητηθούν.
|
|
|
IVF - Δανεικά ωάρια
|
|
| |
|
|
|
|
Παρόλο που η Εξωσωματική
Γονιμοποίηση προσφέρει δοκιμασμένες
τεχνικές για την αντιμετώπιση της
υπογονιμότητας, υπάρχουν δυστυχώς
ζευγάρια που βιώνουν την αποτυχία.
Διαπιστώνουν δηλαδή ότι, ενώ δημιουργούνται
στο εργαστήριο φυσιολογικά έμβρυα όταν
αυτά τα έμβρυα μεταφερθούν και εμφυτευτούν
στη μήτρα της υποψήφιας μητέρας, είτε
επιζούν παροδικά (επιτυγχάνεται μόνο
βιοχημική κύηση) είτε δεν επιζούν καθόλου
και η ανάπτυξη τους διακόπτεται αμέσως
μετά την εμβρυομεταφορά. Αυτό το
απογοητευτικό γεγονός συμβαίνει συχνά
στα ζευγάρια που υποβάλλονται στη
διαδικασία της Εξωσωματικής Γονιμοποίησης
(IVF).
Οι επαναλαμβανόμενες
αποτυχημένες εμβρυομεταφορές μπορεί
να οφείλονται σε:
1. Συγγενείς ή επίκτητες
ανατομικές ανωμαλίες της μήτρας (όπως
είναι το διάφραγμα, η μονόκερη, δίκερη
ή έντονα. καρδιόσχημος μήτρα, πολύποδες,
συμφύσεις ή ινομυώματα).
2. Η ελαττωμένη
υποδεκτικότητα του ενδομητρίου, που
σχετίζεται άμεσα με το πάχος του.
3. Χρωμοσωμικές ανωμαλίες
του ζευγαριού (που άλλοτε τις γνωρίζει
και άλλοτε όχι) ή των εμβρύων του
(κληρονομικά μεταφερόμενες ή de novo, δηλαδή
αυτόματα δημιουργούμενες, αμέσως μετά
την γονιμοποίηση, από φυσιολογικούς
χρωμοσωμικά γονείς).
4. Βακτηριακές ή ιογενείς
λοιμώξεις, του ενδομητρίου.
5. Ορμονικές διαταραχές
που διαταράσσουν την ομαλή εξέλιξη της
κύησης μετά την εμβρυομεταφορά.
Η αναγνώριση και θεραπεία
αυτών των ζευγαριών πρέπει να επιδιώκεται
να αποκατασταθεί έγκαιρα, εάν είναι
δυνατό πριν από την 1η προσπάθεια ή έστω
μετά την 1η αποτυχία εμβρυομεταφοράς.
Αν βρεθεί κάποια
ανατομική ανωμαλία της μήτρας θα πρέπει
να διορθώνεται. Αυτό συνήθως γίνεται
υστεροσκοπικά. Τα τελευταία χρόνια
γίνεται πολύ συζήτηση για την έκφραση
ή μη κάποιων μορίων στο ενδομήτριο ή
την παρουσία κάποιων ανοσολογικών
κυττάρων που πιθανόν επηρεάζουν δυσμενώς
την εμφύτευση του εμβρύου. Τα αποτελέσματα
των ερευνών σχετικά με το ρόλο τους
είναι αντικρουόμενα και οι μέθοδοι
θεραπείας αμφιλεγόμενοι. Χρωμοσωμικές
ανωμαλίες των φαινοτυπικά φυσιολογικών
γονέων έχουν επίσης ενοχοποιηθεί για
τη μη ανάπτυξη των εμβρύων. Σε αυτές τις
περιπτώσεις η θεραπεία θα πρέπει να
εξατομικεύεται και σε κάποιες περιπτώσεις
ενδεχομένως να ενδείκνυται η προγεννητική
διάγνωση.
Μετά από κάθε αποτυχημένη
προσπάθεια εξωσωματικής γονιμοποίησης,
ο γιατρός θα πρέπει να εξηγεί αναλυτικά
στο ζευγάρι την πορεία της θεραπείας
καθώς επίσης και πού πιθανόν οφείλεται
η αποτυχία. Θα πρέπει να προτείνει το
επόμενο βήμα για τη λύση του προβλήματος
της υπογονιμότητας προκειμένου η επόμενη
προσπάθεια εξωσωματικής να οδηγήσει
στην επιτυχία.
|
|
|
IVF - Δανεικά ωάρια
|
|
| |
|
|
|
|
Η θρομβοφιλία δεν είναι
μια σπάνια νόσος, εφόσον εμφανίζεται
σε 1 στους 15 ανθρώπους, ενώ από μοριακές
αναλύσεις αποδείχτηκε πως από θρομβοφιλία
πάσχει 1 στους 7 Έλληνες.
Η θρομβοφιλία
μπορεί να είναι κληρονομική (διαγιγνώσκεται
εύκολα), αλλά και επίκτητη, καθώς μπορεί
να προκύψει από διάφορες καταστάσεις
(διαβήτης, καρκίνος, παχυσαρκία, έμφραγμα
μυοκαρδίου, ακινησία, εγκυμοσύνη).
Η
παρουσία θρομβοφιλίας πολλαπλασιάζει
τους κινδύνους φλεβικής θρόμβωσης,
αγγειακού εγκεφαλικού επεισοδίου,
καρδιακού επεισοδίου και επιπλοκών της
κύησης (αποκόλληση πλακούντα, τοξιναιμία,
διάχυτη ενδαγγειακή πήξη, πρώιμες
αποβολές, ενδομήτριος θάνατος, προωρότητα,
ελλειποβαρή νεογνά) από 10 έως 100 φορές,
ανάλογα με τον τύπο θρομβοφιλίας και
τους εξωτερικούς επιβαρυντικούς
παράγοντες (υπέρβαρο, κύηση, λήψη ορμονών,
κάπνισμα, ακινησία).
Η θρομβοφιλία κατά
την εγκυμοσύνη μπορεί να θεωρηθεί
επικίνδυνη, καθώς προκαλεί διάφορες
άλλες σοβαρές επιπλοκές: από την
αποκόλληση του πλακούντα, τον ενδομήτριο
θάνατο, την πρόωρη γέννηση ή ακόμη και
την αποβολή μέχρι την γέννηση νεογνών
με ελλειπές βάρος.
Αυτό δε σημαίνει ότι
όταν σε μία γυναίκα διαγνωστεί θρομβοφιλία
κατά την εγκυμοσύνη της, θα έχει
προβληματική κύηση ή θα χάσει το μωρό
της. Η θρομβοφιλία εντοπίζεται με μια
εξέταση και ανάλογα με τα αποτελέσματα
αναλαμβάνει ο αιματολόγος να χορηγήσει
στην έγκυο διάφορες ουσίες που μειώνουν
την πηκτικότητα του αίματος. Ενώ υπάρχουν
και αντιπηκτικά χάπια, στην περίπτωση
της εγκυμοσύνης, αυτά απαγορεύονται
γιατί προκαλούν βλάβες στο έμβρυο.
Περισσότερες πληροφορίες για την θρομβοφιλία
θα βρείτε εδώ.
|
|
|
|
|
| |
|
|
|
|
Τί πρέπει να προσέχει η μέλλουσα
μητέρα στην διάρκεια της κύησης;
Στην διάρκεια της κύησης
η μητέρα και το παιδί ζουν σαν ένα σώμα. Συνεπώς ό,τι συμβαίνει στη μητέρα έχει
άμεσες επιδράσεις στο έμβρυο. Υπάρχουν
πολλοί κίνδυνοι που μπορούν να προκαλέσουν
διαταραχές κατά την κύηση και να
δημιουργήσουν γενετικές ανωμαλίες στο
μωρό μη αναστρέψιμες μάλιστα. Επικίνδυνες
θεωρούνται πολλές ασθένειες μολυσματικές
της εγκύου, όπως είναι η ερυθρά, η
παρωτίτιδα, η ιλαρά, η ηπατίτιδα ακόμα
και η κοινή γρίπη. Ιδιαίτερα σοβαρός
είναι ο κίνδυνο όταν η έγκυος προσβληθεί
από αυτές στην διάρκεια του πρώτου
τριμήνου της εγκυμοσύνης, γιατί σε αυτή
τη φάση διαμορφώνονται τα διάφορα όργανα
του κυήματος (οργανογένεση).
Το νεογέννητο
θα παρουσιάσει σωματικές και ψυχολογικές
ανωμαλίες σε πιθανότητα 50-60 %, ειδικά αν η έγκυος
προσβληθεί από ερυθρά
. Μετά τον
4ο όμως μήνα της εγκυμοσύνης οι κίνδυνοι
είναι πιο περιορισμένοι. Ακόμα απειλή
για το έμβρυο είναι οι χρόνιες ασθένειες
της εγκύου, όπως ο διαβήτης, ο
υπερθυρεοειδισμός, η σύφιλη και άλλες.
Η υποβολή της εγκύου
σε ακτινοβολίες συμπεριλαμβανομένων
και των ακτινών X ιδίως κατά τους 3 πρώτους
μήνες της κύησης, είναι πολύ επικίνδυνη
για το έμβρυο. Το 1/3 των νεογέννητων που
οι μητέρες τους είχαν υποβληθεί σε
ακτινοθεραπεία κατά την κύηση, παρουσίασαν
σωματικές και ψυχολογικές ανωμαλίες.
Εξάλλου η περίπτωση των κατοίκων της
Χιροσίμα και του Ναγκασάκι αποτελούν
τεράστια παραδείγματα για τις τραγικές
συνέπειες της έκθεσης στην ακτινοβολία
και των αποτελεσμάτων της ραδιενέργειας.
Τα παιδιά που γεννήθηκαν τότε είχαν
καρδιακές παθήσεις, λευχαιμία, νοητική
καθυστέρηση, δυσπλασίες και άλλες
δυσλειτουργίες.
Άλλη αιτία που μπορεί
να προκαλέσει αναπτυξιακές ανωμαλίες
στο έμβρυο είναι ο παράγοντας Rhesus μητέρας
και παιδιού. Το Rh είναι ένα γονύλλιο του
αίματος το οποίο μεταβιβάζεται στο
παιδί σύμφωνα με τους νόμους της
κληρονομικότητας. Αν το έμβρυο έχει
διαφορετικό Rh από αυτό της μητέρας, τότε
υπάρχει ασυμβατότητα μητρικού και
εμβρυικού Rh και παράγονται αντισώματα
που παρεμποδίζουν την οξυγόνωση των
αιμοσφαιρίων του εμβρύου. Αν ο αριθμός
των αντισωμάτων αυτών αυξηθεί σημαντικά,
το παιδί θα παρουσιάσει τη λεγόμενη
αιμολυτική νόσο. Για τη διαπίστωση της
ασυμφωνίας ή συμφωνίας και του ποσού
των αντισωμάτων, εφαρμόζεται η αντίδραση
Coombs. Αν ο αριθμός τους είναι μεγάλος
γίνεται πρόωρος τοκετός για να σωθεί
το έμβρυο.
Οι τραυματισμοί της
εγκύου στην κοιλιακή χώρα από πτώση ή
άλλες εξωτερικές πιέσεις μπορούν να
προκαλέσουν τραύματα στο έμβρυο και
κυρίως στον εγκέφαλό του με συνέπειες
δυσάρεστες για την ανάπτυξή του. Γι΄αυτό
η κοιλιακή χώρα της εγκύου θα πρέπει να
περιβάλλεται από ιδιαίτερη φροντίδα.
Άλλος καθοριστικός
παράγοντας για την ανάπτυξη του παιδιού
αποτελεί η ηλικία της μητέρας. Μητέρες
άνω των 35 και κάτω των 18 ετών διατρέχουν
μεγάλο κίνδυνο αποβολής, πρόωρου τοκετού
ή επιπλοκών κατά τον τοκετό. Οι μητέρες
που είναι μικρές σε ηλικία δεν έχουν
ακόμα ολοκληρωμένο και αναπτυγμένο
γεννητικό σύστημα. Στις μεγαλύτερης
ηλικίας πάλι η περίοδος της καλύτερης
απόδοσης του γεννητικού συστήματος
έχει ίσως περάσει.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η διατροφή της
εγκύου, η οποία επηρεάζει τη σωματική
και ψυχολογική ανάπτυξη του παιδιού.
Αν η έγκυος ζει σε συνθήκες υποσιτισμού,
οι συνέπειες για το έμβρυο θα είναι
τραγικές. Είναι απαραίτητο η μέλλουσες
μητέρες να ακολουθούν ένα ισορροπημένο
και πλούσιο διαιτολόγιο για να γεννήσουν
παιδιά με κανονικό ή μεγαλύτερο βάρος.
Τα παιδιά αυτά θα έχουν μεγαλύτερη
αντοχή σε αρρώστιες, κρυολογήματα,
βρογχίτιδες, πνευμονίες κα ι οστεομυϊκές
παθήσεις. Αντίθετα έγκυοι που υποσιτίζονται
παρουσιάζουν υψηλό ποσοστό πρόωρων
τοκετών, αποβολών και αλλοιώσεων των
κυττάρων του εμβρύου. Η κακή διατροφή
της εγκύου μπορεί να προκαλέσει ανωμαλίες
και στο κεντρικό νευρικό σύστημα του
παιδιού προκαλώντας μελλοντικά ακόμα
και μαθησιακές δυσκολίες.
Σοβαροί κίνδυνοι για
την υγεία του εμβρύου υπάρχουν, αν η
μητέρα καπνίζει, καταναλώνει μεγάλες
ποσότητες αλκοόλ και ειδικά αν κάνει
χρήση ναρκωτικών ουσιών. Το κάπνισμα
κατά την εγκυμοσύνη συνδέεται με μειωμένο
βάρος του εμβρύου και πρόωρο τοκετό. Η
νικοτίνη παράγει χημικές ουσίες οι
οποίες περνούν στην εμβρυϊκή κυκλοφορία
και περιορίζουν την τροφοδοσία των
κυττάρων του παιδιού σε οξυγόνο. Η
υπερβολική και παρατεταμένη χρήση
αλκοόλ από την έγκυο (6 ποτά την ημέρα)
μπορεί να προκαλέσει σοβαρές δυσλειτουργίες
στο παιδί, όπως παραμορφώσεις, χαμηλή
νοητική ικανότητα, καρδιακές παθήσεις
κ.ά. Οι επιδράσεις των ναρκωτικών , όπως
το χασίς, η μαριχουάνα, το LSD, η ηρωίνη
και η κοκαΐνης είναι αρνητικές για το
έμβρυο διότι σύμφωνα με έρευνες μπορεί
να προκαλέσουν χρωμοσωμικές ανωμαλίες.
Bέβαια η σοβαρότητα της βλάβης στο παιδί
εξαρτάται από τη συχνότητα της χρήσης,
την ποσότητα, το είδος των ουσιών και
τη φάση ανάπτυξης του εμβρύου.
Αξίζει να αναφερθεί
και η συναισθηματική κατάσταση της
εγκύου που μπορεί να επηρεάσει την
ανάπτυξη του εμβρύου. Το άγχος, ο θυμός,
ο φόβος για παράδειγμα της μητέρας
μπορεί να οδηγήσουν σε μειωμένη ροή του
αίματος στο έμβρυο και/η την έκκριση
ορμονών που διοχετεύονται στο έμβρυο
μέσω του πλακούντα. Συχνά αναφέρεται
ότι όταν η έγκυος είναι σε έντονη ψυχική
αναστάτωση, παρατηρείται κινητικότητα
στο έμβρυο. Η μέλλουσα μητέρα καλό είναι
να αποφεύγει έντονες συναισθηματικές
καταστάσεις και ισχυρές συγκινήσεις.
Η περίοδος
της εγκυμοσύνης είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη
και μπορεί να επιφυλάσσει κινδύνους
για τη μέλλουσα μητέρα και το έμβρυο.
Γι΄αυτό είναι σπουδαίο η μητέρα να
λαμβάνει προληπτικά μέτρα που θα αυξήσουν
την πιθανότητα να γεννηθεί το παιδί
υγιές και θα προλάβουν τις αρνητικές
επιπτώσεις καταστάσεων. Όλες αυτές οι
συμβουλές δεν έχουν σκοπό να τρομοκρατήσουν
τους γονείς, αλλά να τους δημιουργήσουν
ένα αίσθημα της ευθύνης για το ρόλο που
καλούνται να αναλάβουν.
|
|
|
|
|
| |
|
|